Διάσπαση Προσοχής / Υπερκινητικότητα

ADD-AHD

« Πάλι είχα λάθη στις περισσότερες ασκήσεις. Δε μπορώ να προσέξω στο μάθημα πολλή ώρα. Κουράζομαι και βαριέμαι εύκολα. Παίζω με τα μολύβια μου, στριφογυρνάω στην καρέκλα,σηκώνομαι να πάω στην τουαλέτα, μιλάω με τους συμμαθητές μου. Συνέχεια με φωνάζουν και με βάζουν τιμωρία. Κοιτάζω το ρολόι μου, πότε θα περάσει η ώρα για να γυρίσω στο σπίτι. Αλλά και εκεί με περιμένει καινούριο μαρτύριο. Θα με κατσαδιάσει η μητέρα μου που πήρα κακούς βαθμούς και μάλωνα με τα παιδιά στο σχολείο. Θα με βάλει να διαβάσω μέχρι το βράδυ και θα μου λέει νευριασμένη πόσο την κουράζω και την απογοητεύω. Είμαι θυμωμένος με όλους. Με την δασκάλα, με τους συμμαθητές που με κοροϊδεύουν, με τη μητέρα μου και με τον αδερφό μου που τα κάνει όλα τέλεια και τον αγαπάνε όλοι »

Ένα 10χρονο αγόρι

Ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν ενεργητικότητα και κινητική δραστηριότητα σε υπερβολικό βαθμό σε σχέση με άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Γοητέυονται από το πλήθος των ερεθισμάτων που υπάρχουν γύρω τους, είναι ζωηρά και ανυπόμονα. Η ικανότητά τους να διατηρούν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους στη δραστηριότητα με την οποία ασχολούνται είναι εξαιρετικά μειωμένη. Πολλές φορές δρουν παρορμητικά, αντιδρούν και έχουν έλλειψη συνεργατικής διάθεσης. Με την πάροδο του χρόνου και την ένταξη στο σχολικό πλαίσιο δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στους προκαθορισμένους κανόνες και τις απαιτήσεις δασκάλων και γονέων και η συμπεριφορά τους ερμηνεύεται ως ένδειξη κακής διαγωγής, τεμπελιάς και αντιδραστικότητας.

Η διάγνωση για παιδιά με παρόμοια συμπτώματα είναι η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/ Υπερκινητικότητα. (ΔΕΠ-Υ). Η ΔΕΠ-Υ είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή οι αιτιολογικοί παράγοντες της οποίας είναι νευρολογικοί, γενετικοί και περιβαλλοντολογικοί. Η ΔΕΠ-Υ απασχολεί το 3-5% του μαθητικου πληθυσμού και προκαλεί δυσκολίες στο παιδί στο οικογενειακό, σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Οι αρνητικές αλληλεπιδράσεις και η ταύτιση του παιδιού με τον ρόλο του «προβληματικού» και του «αποδιοπομπαίου τράγου»  οδηγούν συχνά σε δυσκολίες συναισθήματος, κοινωνικοποίησης και συμπεριφοράς στην εφηβεία.

Η οργάνωση της σχολικής ζωής με τις έντονα ανταγωνιστικές συνθήκες, την ελλιπή υλικοτεχνική συγκρότηση, τους πολλούς «κουρασμένους» δασκάλους από την ίδια την δυσλειτουργική δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, έχουν ως αποτέλεσμα απρόσωπη, μηχανική και τυποποιημένη γνώση η οποία είναι αποκομμένη από την δημιουργικότητα, τη χαρά της μάθησης και την κριτική σκέψη. Σ αυτό το πλαίσιο το παιδί που παρουσιάζει δυσκολία σπάνια έχει την δυνατότητα να δεχθεί μια προσαρμοσμένη εκαιδευτική προσέγγιση καθώς καταλήγει βαρίδιο μιας υπεράριθμης, πιεσμένης τάξης που τρέχει να προλάβει την διδακταία ύλη. Το σχολείο γι αυτά τα παιδιά έχει καταστεί ήδη τόπος μαρτυρίου και ματαίωσης.

Η επιστροφή στο σπίτι δε κάνει τα πράγματα πιο ευχάριστα για το παιδί καθώς έχει να αντιμετωπίσει γονείς πιεσμένους από τη δική τους σκληρή και απαιτητική καθημερινότητα οι οποίοι αντί για ανάπαυση βρίσκονται μπροστά σε ακόμη ένα πρόβλημα, τη δυσκολία του παιδιού τους, με αποτέλεσμα το άγχος, η ένταση και οι διαμάχες να είναι καθημερινά φαινόμενα.

Οι γονείς προκειμένου να απαλλαγούν από ανεπιθύμητες συμπεριφορές υποκύπτουν στις απαιτήσεις του παιδιού. Οι κανόνες και οι απαγορεύσεις είναι πολλές και δεν εφαρμόζονται με συνέπεια. Άλλοτε επιβραβεύεται, άλλοτε αγνοείται και άλλοτε τιμωρείται η ίδια συμπεριφορά. Το παιδί απορρίπτει τους κανόνες. Όλα είναι ρευστά. Η εξάντληση της υπομονής, τα ξεσπάσματα οργής και οι τιμωρίες ακολουθούνται από αισθήματα ενοχής. Έδραιώνεται η αντίληψη οτι ο γονιός είναι «κακός» γονιός και το παιδί «κακό» παιδί. Οι σύζυγοι απομακρύνονται ο ένας απ τον άλλο. Ο ένας αποσύρεται και ο άλλος προσκολλάται στο παιδί αλλά ταυτόχρονα το απορρίπτει. Το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν πηγή διαμάχης των γονέων του και της καταστρεπτικής δύναμης που του έχουν δώσει να ελέγχει την πορεία της σχέσης των γονέων του. Οι γονείς ματαιωμένοι και εξαντλημένοι κλείνονται στην οικογένεια για να μην εκτεθούν. Δεν επικοινωνούν και δε διασκεδάζουν. Το παιδί απομακρύνεται από τα αδέλφια του,αναλαμβάνει τον ρόλο του κακού, γνωρίζει από πριν οτι θα το απορρίψουν και απαιτεί, δυσκολεύεται να συνεργαστεί και να σχετιστεί ισότιμα με συνομηλίκους του, επικοινωνεί αρνητικά καταστρέφοντας το παιχνίδι των άλλων και σπάει με ικανοποίηση τους κανόνες για να αυτοεπιβεβαιώσει το ρόλο του.

Θεωρείται απαραίτητη η ολική θεώρηση του προβλήματος ώστε η αντιμετώπιση να είναι αποτελεσματική. Πρέπει να τεθούν τα ζητήματα των σχέσεων των μελών της οικογένειας, των ορίων, των σταθερών κανόνων. Θα απομακρυνθεί το παιδί από την ταύτιση με τον ρόλο του, θα μεταβολιστούν οι τοξικές αλληλεπιδράσεις που οδηγούν στην χαμηλή αυτοεκτίμηση και στην καταθλιπτική θέση και θα ευνοηθεί η δημιουργία θετικού συναισθηματικού κλίματος με ανάληψη ευθύνης και σταθερούς κανόνες όπου θα αναδειχθούν οι θετικές πλευρές του παιδιού και οι πολυεπίπεδες ικανότητες των γονέων.